Σημασία του απέκτησε | Babel Free
Ορισμοί
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αποκτώ
Παραδείγματα
“Με τα χρόνια απέκτησε μεγάλη πείρα στη δουλειά.”
Over the years he gained great experience in the job.
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free