HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ελάφι

Ουσιαστικό CEFR C1 Standard
eˈlafi

Ορισμοί

μηρυκαστικό θηλαστικό που ανήκει στην οικογένεια των ελαφιδών με λεπτό σώμα, ψηλά πόδια και καστανόχρωμο τρίχωμα. Ζει σε δάση και, γενικά, περιοχές με άγρια βλάστηση. Το αρσενικό συνήθως έχει κέρατα.

Ισοδύναμα

48 more languages
Беларускаяалень
Българскиелен
Catalàcérvol
Cymraegcarw coch
Esperantocervaĵocervo
Eestihirv
Euskaraorein
فارسیگوزن
Gàidhligfiadhsitheann
Galegocervo
हिन्दीमृगहिरन
Հայերենեղջերվամիս
Bahasa Indonesiarusavenison
Íslenskahjörtur
日本語紅葉赤鹿鹿鹿肉
Kurdîpark
Lietuviųelnias
Te Reo Māoritia
Македонскиелен
Nederlandsedelherthert
Slovenščinajelen
ไทยกวาง
Українськаоленьоленячий
Tiếng Việt
中文馬鹿鹿
繁體中文馬鹿鹿

Παραδείγματα

“Ένα ελάφι εμφανίστηκε ξαφνικά μέσα στο δάσος.”

A deer suddenly appeared in the forest.

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ελάφι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free