Meaning of απεργία | Babel Free
/a.peɾˈʝi.a/Ορισμοί
αποχή από την εργασία για τη διεκδίκηση οικονομικών αιτημάτων, αλλά και σε ένδειξη διαμαρτυρίας για διάφορες κυβερνητικές ή εργοδοτικές αποφάσεις
Ισοδύναμα
English
strike
Παραδείγματα
“μονοήμερη απεργία”
one-day strike
“απεργία διαρκείας”
“προειδοποιητική απεργία”
“48ωρες κυλιόμενες απεργίες”
“γενική απεργία”
“λευκή απεργία”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.