HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αδίκημα | Babel Free

Noun CEFR C1 Standard
/aˈði.ci.ma/

Ορισμοί

η πράξη που αντιτίθεται στο δίκαιο

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Αν τώρα από το διπλοπαρκάρισμα παρεμποδίζεται η λειτουργία των συγκοινωνιακών μέσων τότε ο οδηγός διαπράττει το αδίκημα της παρακώλυσης συγκοινωνιών. (Τέλος το διπλοπαρκάρισμα – Έρχονται πρόστιμα και αφαίρεση διπλώματος, Τα Νέα, 01/12/2023 https://www.tanea.gr/2023/12/01/greece/telos-to-diploparkarisma-erxontai-prostima-kai-afairesi-diplomatos/)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αδίκημα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course