HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πταίσμα

Ουσιαστικό CEFR B1
ˈptezma

Ορισμοί

  1. η ελαφρύτερη μορφή αδικήματος που τιμωρείται με πρόστιμο ή ποινές έως ενός μηνός
  2. σφάλμα, παράπτωμα
  3. ασήμαντο σφάλμα συγκριτικά με κάτι άλλο

Ισοδύναμα

29 more languages

Παραδείγματα

“Η παράνομη στάθμευση είναι πταίσμα.”

Illegal parking is an infraction.

“Αυτό που έκανα εγώ ήταν πταίσμα μπροστά σ’ αυτό που έκανε εκείνη.”

What I did was a minor slip compared to what she did.

“Υπέπεσε σε ένα πταῖσμα, δεν έκανε δα και κανένα έγκλημα.”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πταίσμα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free