HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πταίσμα | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈptezma/

Ορισμοί

  1. η ελαφρύτερη μορφή αδικήματος που τιμωρείται με πρόστιμο ή ποινές έως ενός μηνός
  2. σφάλμα, παράπτωμα
  3. ασήμαντο σφάλμα συγκριτικά με κάτι άλλο

Ισοδύναμα

English Misdemeanor

Παραδείγματα

“Η παράνομη στάθμευση είναι πταίσμα.”

Illegal parking is an infraction.

“Αυτό που έκανα εγώ ήταν πταίσμα μπροστά σ’ αυτό που έκανε εκείνη.”

What I did was a minor slip compared to what she did.

“Υπέπεσε σε ένα πταῖσμα, δεν έκανε δα και κανένα έγκλημα.”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πταίσμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course