Meaning of πταίσμα | Babel Free
/ˈptezma/Ορισμοί
- η ελαφρύτερη μορφή αδικήματος που τιμωρείται με πρόστιμο ή ποινές έως ενός μηνός
- σφάλμα, παράπτωμα
- ασήμαντο σφάλμα συγκριτικά με κάτι άλλο
Ισοδύναμα
English
Misdemeanor
Παραδείγματα
“Η παράνομη στάθμευση είναι πταίσμα.”
Illegal parking is an infraction.
“Αυτό που έκανα εγώ ήταν πταίσμα μπροστά σ’ αυτό που έκανε εκείνη.”
What I did was a minor slip compared to what she did.
“Υπέπεσε σε ένα πταῖσμα, δεν έκανε δα και κανένα έγκλημα.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.