Meaning of αίσθημα | Babel Free
/ˈesθima/Ορισμοί
- η εντύπωση που έχουμε από τα εξωτερικά ερεθίσματα όπως τα λαμβάνουμε από τις αισθήσεις μας
- το αποτέλεσμα της επενέργειας εσωτερικών ερεθισμάτων στον οργανισμό
- η αντίληψη που έχουμε για τον εαυτό μας
- σύνολο αντιλήψεων και συναισθημάτων που καθορίζουν τη στάση ενός ατόμου ή ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού
- συναίσθημα
- ιδιαίτερα το ερωτικό συναίσθημα
-
το πρόσωπο με το οποίο συνδέομαι ερωτικά vulgar
Ισοδύναμα
English
flame
Παραδείγματα
“το αίσθημα του ψύχους”
“το αίσθημα της πείνας, της δίψας, της κόπωσης”
“ξεκινάμε την προσπάθεια με υψηλό αίσθημα ευθύνης”
“σε όλη του τη ζωή βασανιζόταν από αίσθημα κατωτερότητας”
“άνθρωπος με αισθήματα, το αίσθημα του δικαίου”
“το κοινό αίσθημα, το θρησκευτικό αίσθημα του λαού”
“τους συνδέει ένα βαθύ αίσθημα”
“※ Αφού μάταια προσπάθησαν κι οι δυο να αντισταθούν στο σκούντημα της ζωής, δόθηκαν ανεπιφύλακτα στο αλισβερίσι των αισθημάτων, των απολαύσεων, των επιθυμιών που φύλαγαν ο ένας για τον άλλο. (Δημήτρης Στεφανάκης, Πάντα η Αλεξάνδρεια, εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 1917, 2024)”
“Πώς τα πας με το αίσθημα;”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.