HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λύπη | Babel Free

Noun feminine CEFR C1 Standard
/ˈli.pi/

Ορισμοί

  1. το συναίσθημα του πόνου ή της στενοχώριας που προκαλεί μια αρνητική και απευκταία κατάσταση ή γεγονός
  2. ο οίκτος, η λύπηση για κάποιον

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Μέρες κατά τις οποίες, ανάλογα με την κατεύθυνση των μαρτυρικών καταθέσεων, η ελπίδα και η απελπισία, η χαρά και η λύπη, η προσδοκία και η παραίτηση εναλλάσσονταν με απίστευτη ταχύτητα. (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λύπη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course