HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

λύπη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C1 Standard
ˈli.pi

Ορισμοί

  1. το συναίσθημα του πόνου ή της στενοχώριας που προκαλεί μια αρνητική και απευκταία κατάσταση ή γεγονός
  2. ο οίκτος, η λύπηση για κάποιον

Ισοδύναμα

13 more languages

Παραδείγματα

“※ Μέρες κατά τις οποίες, ανάλογα με την κατεύθυνση των μαρτυρικών καταθέσεων, η ελπίδα και η απελπισία, η χαρά και η λύπη, η προσδοκία και η παραίτηση εναλλάσσονταν με απίστευτη ταχύτητα. (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λύπη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free