Meaning of φλιτζάνι | Babel Free
/fliˈd͡zani/Ορισμοί
- μικρή κούπα με λαβή -για να πίνει κάποιος τσάι, χαμομήλι, φλαμούρι, καφέ (για τον ελληνικό καφέ συχνά φλιτζανάκι)
- πρακτική μονάδα μέτρησης για συνταγές
- μέθοδος πρόγνωσης του μέλλοντος για όσους πιστεύουν στην πρακτική μαντική ή γενικά στη μαντική
Ισοδύναμα
English
cup
Παραδείγματα
“Πού είναι το φλιτζάνι μου; Το έσπασες;”
“Βάλε ένα φλιτζάνι ρύζι/γάλα κ.λπ.”
“Η Μαρία ξέρει να λέει το φλιτζάνι (δηλαδή ερμηνεύει τα σχέδια που σχηματίζει το κατακάθι του καφέ όταν αναποδογυρίζεται το φλιτζάνι)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.