Meaning of σόδα | Babel Free
Ορισμοί
- η κοινή ονομασία του υδρογονανθρακικού ανθρακικού
- η κοινή ονομασία του διττανθρακικού ανθρακικού, η σόδα μαγειρικής
- μεταλλικό νερό που περιέχει ανθρακικό νάτριο
-
γενική ονομασία για αεριούχο σκεύασμα χωρίς αρωματικές ύλες φρούτων (π.χ. το σπράιτ, η σέβεναπ κλπ) familiar
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“λένε ότι η σόδα απορροφάει τις διάφορες μυρουδιές του ψυγείου”
“πιάσε μια ρετσίνα και μια σόδα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.