HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of γοητεία | Babel Free

Noun feminine CEFR C1 Standard
/ɣo.iˈti.a/

Ορισμοί

  1. η ιδιαίτερη δύναμη που έχει η ακτινοβολία και η χάρη της ομορφιάς ενός προσώπου και η έλξη που προκαλεί
  2. κάθε χαρακτηριστικό που έχει την προηγούμενη δύναμη
    figuratively
  3. πράξη που δεν εξηγείται λογικά και επηρεάζει τη θέληση των άλλων

Ισοδύναμα

English appeal charm

Παραδείγματα

“※ Λείπει τό φόρτε του, ὁ σαγηνευτικός αὐτοσχεδιασμός, αὐτή ἡ γοητεία του τίποτα πού κυριαρχεῖ στό ἄλλο του ἔργο. Γιατί αὐτό εἶναι τό φόρτε τοῦ Παπαδιαμάντη, πού τόν κάνει μοναδικό στά Γράμματά μας (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα Άπαντα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, τόμος 1, 1954)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See γοητεία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course