Meaning of γοητεία | Babel Free
/ɣo.iˈti.a/Ορισμοί
- η ιδιαίτερη δύναμη που έχει η ακτινοβολία και η χάρη της ομορφιάς ενός προσώπου και η έλξη που προκαλεί
-
κάθε χαρακτηριστικό που έχει την προηγούμενη δύναμη figuratively
- πράξη που δεν εξηγείται λογικά και επηρεάζει τη θέληση των άλλων
Παραδείγματα
“※ Λείπει τό φόρτε του, ὁ σαγηνευτικός αὐτοσχεδιασμός, αὐτή ἡ γοητεία του τίποτα πού κυριαρχεῖ στό ἄλλο του ἔργο. Γιατί αὐτό εἶναι τό φόρτε τοῦ Παπαδιαμάντη, πού τόν κάνει μοναδικό στά Γράμματά μας (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα Άπαντα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, τόμος 1, 1954)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.