HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του έλξη | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C1 Standard
ˈel.ksi

Ορισμοί

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του έλκω
  2. το τράβηγμα
  3. η φυσική δύναμη που έλκει, που τραβά δύο σώματα το ένα προς το άλλο
  4. η άσκηση σύμφωνα με την οποία κάποιος έλκει το σώμα του προς τα πάνω, καθώς πιάνεται από ένα μονόζυγο ή δίζυγο
  5. η γοητεία που ασκεί κάποιος προς τους άλλους, η ικανότητά του προς προσέλκυση των άλλων
  6. φαινόμενο όπου μέρος μιας προτάσεως αλλάζει μορφή αναλογικά καθώς έλκεται από διπλανό του, οδηγώντας σε συντακτικό σφάλμα

Ισοδύναμα

العربية جاذبية
Čeština pohlednost pohon přitažlivost shyb tah
Dansk charme tække
Esperanto altiro
Gaeilge imtharraingt
Gàidhlig tarraing
Galego atracción
עברית אחיזה משיכה
हिन्दी आकर्षण कर्षण
Magyar vonzás
Bahasa Indonesia kebagusan penarikan traksi
Қазақша сүйкімділік
한국어 매력 애교 어필 턱걸이 흡인력
Кыргызча тартуу
Te Reo Māori hōkaka
Македонски влечење привлечност
Português atração atratividade atrativo tração
ไทย เสน่ห์
Українська привабливість

Παραδείγματα

“νόμος της παγκόσμιας έλξης”

law of universal gravitation

“μαγνητική έλξη”

magnetic attraction/pull

“≈ συνώνυμα: ελκυσμός”
“Τα ονόματα όλων όσων υπέγραψαν. Αντί για «όλων όσοι», διότι το όσοι αποτελεί υποκείμενο του ρήματος υπέγραψαν. — Εδώ το όσων προκύπτει σφαλερώς από έλξη του όλων.”
“< υπώνυμα: έλξη του αναφορικού”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη έλξη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free