Meaning of έλξη | Babel Free
/ˈel.ksi/Ορισμοί
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του έλκω
- το τράβηγμα
- η φυσική δύναμη που έλκει, που τραβά δύο σώματα το ένα προς το άλλο
- η άσκηση σύμφωνα με την οποία κάποιος έλκει το σώμα του προς τα πάνω, καθώς πιάνεται από ένα μονόζυγο ή δίζυγο
- η γοητεία που ασκεί κάποιος προς τους άλλους, η ικανότητά του προς προσέλκυση των άλλων
- φαινόμενο όπου μέρος μιας προτάσεως αλλάζει μορφή αναλογικά καθώς έλκεται από διπλανό του, οδηγώντας σε συντακτικό σφάλμα
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“νόμος της παγκόσμιας έλξης”
law of universal gravitation
“μαγνητική έλξη”
magnetic attraction/pull
“≈ συνώνυμα: ελκυσμός”
“Τα ονόματα όλων όσων υπέγραψαν. Αντί για «όλων όσοι», διότι το όσοι αποτελεί υποκείμενο του ρήματος υπέγραψαν. — Εδώ το όσων προκύπτει σφαλερώς από έλξη του όλων.”
“< υπώνυμα: έλξη του αναφορικού”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.