έλξη
Ορισμοί
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του έλκω
- το τράβηγμα
- η φυσική δύναμη που έλκει, που τραβά δύο σώματα το ένα προς το άλλο
- η άσκηση σύμφωνα με την οποία κάποιος έλκει το σώμα του προς τα πάνω, καθώς πιάνεται από ένα μονόζυγο ή δίζυγο
- η γοητεία που ασκεί κάποιος προς τους άλλους, η ικανότητά του προς προσέλκυση των άλλων
- φαινόμενο όπου μέρος μιας προτάσεως αλλάζει μορφή αναλογικά καθώς έλκεται από διπλανό του, οδηγώντας σε συντακτικό σφάλμα
Ισοδύναμα
37 more languages
العربيةجاذبية
Esperantoaltiro
Suomiattraktiivisuusattraktiohoukuttelevuuskäsinkohontakiskominenleuanvetonyhtäminenpitopuoleensavetävyyspuoltaminenriepotusvetäminenvetovetovoimavetovoimaisuusviehättävyysviehkeys
Gaeilgeimtharraingt
Gàidhligtarraing
Galegoatracción
Magyarvonzás
Հայերենձգողականություն
Қазақ тілісүйкімділік
Кыргызчатартуу
Te Reo Māorihōkaka
ไทยเสน่ห์
Українськапривабливість
Παραδείγματα
“νόμος της παγκόσμιας έλξης”
law of universal gravitation
“μαγνητική έλξη”
magnetic attraction/pull
“≈ συνώνυμα: ελκυσμός”
“Τα ονόματα όλων όσων υπέγραψαν. Αντί για «όλων όσοι», διότι το όσοι αποτελεί υποκείμενο του ρήματος υπέγραψαν. — Εδώ το όσων προκύπτει σφαλερώς από έλξη του όλων.”
“< υπώνυμα: έλξη του αναφορικού”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free