Σημασία του έλξη | Babel Free
ˈel.ksiΟρισμοί
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του έλκω
- το τράβηγμα
- η φυσική δύναμη που έλκει, που τραβά δύο σώματα το ένα προς το άλλο
- η άσκηση σύμφωνα με την οποία κάποιος έλκει το σώμα του προς τα πάνω, καθώς πιάνεται από ένα μονόζυγο ή δίζυγο
- η γοητεία που ασκεί κάποιος προς τους άλλους, η ικανότητά του προς προσέλκυση των άλλων
- φαινόμενο όπου μέρος μιας προτάσεως αλλάζει μορφή αναλογικά καθώς έλκεται από διπλανό του, οδηγώντας σε συντακτικό σφάλμα
Ισοδύναμα
العربية
جاذبية
Deutsch
Anziehung
Anziehungskraft
Attraktivität
Grip
Haftung
Klimmzug
Liebreiz
Reiz
Traktion
Zug
Zugkraft
Esperanto
altiro
Suomi
attraktiivisuus
attraktio
houkuttelevuus
käsinkohonta
kiskominen
leuanveto
nyhtäminen
pito
puoleensavetävyys
puoltaminen
riepotus
vetäminen
veto
vetovoima
vetovoimaisuus
viehättävyys
viehkeys
Gaeilge
imtharraingt
Gàidhlig
tarraing
Galego
atracción
Magyar
vonzás
Հայերեն
ձգողականություն
Қазақша
сүйкімділік
Кыргызча
тартуу
Te Reo Māori
hōkaka
ไทย
เสน่ห์
Українська
привабливість
Παραδείγματα
“νόμος της παγκόσμιας έλξης”
law of universal gravitation
“μαγνητική έλξη”
magnetic attraction/pull
“≈ συνώνυμα: ελκυσμός”
“Τα ονόματα όλων όσων υπέγραψαν. Αντί για «όλων όσοι», διότι το όσοι αποτελεί υποκείμενο του ρήματος υπέγραψαν. — Εδώ το όσων προκύπτει σφαλερώς από έλξη του όλων.”
“< υπώνυμα: έλξη του αναφορικού”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free