Meaning of πηγάδι | Babel Free
/piˈɣa.ði/Ορισμοί
- βαθύ, σχετικά στενό, τεχνητό όρυγμα κυλινδρικού σχήματος στο έδαφος από το βάθος του οποίου αντλείται νερό για πόση, άρδευση κτλ.
-
το στόμα familiar, figuratively
Παραδείγματα
“→ χρειάζεται παράθεμα”
“≈ συνώνυμα: φρέαρ”
“Kλείσε το πηγάδι σου και σταμάτα να βρίζεις τους πάντες.”
“≈ συνώνυμα: στοματάρα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.