Meaning of ύλη | Babel Free
/ˈi.li/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- η ουσία από την οποία αποτελούνται όλα τα σώματα. Διαθέτει φυσικές και χημικές ιδιότητες, αποτελείται από μικροσκοπικά σωματίδια και μπορεί να βρίσκεται σε στερεή, υγρή ή αέρια μορφή
- καθετί που έχει μάζα, όγκο και βάρος και το αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις
- η ουσία κατασκευής κάποιου πράγματος
- κάθετι που φθείρεται και χρησιμοποιείται για να παραχθεί κάτι άλλο
- το περιεχόμενο ενός βιβλίου, μιας εφημερίδας, ενός εντύπου
- το γνωστικό αντικείμενο που περιλαμβάνει ένα μάθημα
- το αντικείμενο για το οποίο είναι κάποιος αρμόδιος
- καθετί που εκκρίνει το σώμα φυσιολογικά ή παθολογικά
- τα υλικά αγαθά, οι απολαύσεις του φαγητού, του ποτού κ.λπ. (σε αντίθεση με τις πνευματικές απολαύσεις}
Παραδείγματα
“οργανική / ανόργανη ύλη”
“ξύλινη / μεταλλική ύλη”
“καύσιμη ύλη”
“περιοδικό με πλούσια ύλη”
“εξεταστέα / διδαχθείσα ύλη”
“το κυνήγι της ύλης απασχολεί τον σύγχρονο άνθρωπο”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.