HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ύλη | Babel Free

Noun feminine CEFR C1 Standard
/ˈi.li/

Ορισμοί

  1. γυναικείο όνομα
  2. η ουσία από την οποία αποτελούνται όλα τα σώματα. Διαθέτει φυσικές και χημικές ιδιότητες, αποτελείται από μικροσκοπικά σωματίδια και μπορεί να βρίσκεται σε στερεή, υγρή ή αέρια μορφή
  3. καθετί που έχει μάζα, όγκο και βάρος και το αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις
  4. η ουσία κατασκευής κάποιου πράγματος
  5. κάθετι που φθείρεται και χρησιμοποιείται για να παραχθεί κάτι άλλο
  6. το περιεχόμενο ενός βιβλίου, μιας εφημερίδας, ενός εντύπου
  7. το γνωστικό αντικείμενο που περιλαμβάνει ένα μάθημα
  8. το αντικείμενο για το οποίο είναι κάποιος αρμόδιος
  9. καθετί που εκκρίνει το σώμα φυσιολογικά ή παθολογικά
  10. τα υλικά αγαθά, οι απολαύσεις του φαγητού, του ποτού κ.λπ. (σε αντίθεση με τις πνευματικές απολαύσεις}

Παραδείγματα

“οργανική / ανόργανη ύλη”
“ξύλινη / μεταλλική ύλη”
“καύσιμη ύλη”
“περιοδικό με πλούσια ύλη”
“εξεταστέα / διδαχθείσα ύλη”
“το κυνήγι της ύλης απασχολεί τον σύγχρονο άνθρωπο”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ύλη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course