Meaning of κορόιδο | Babel Free
/koˈɾoi̯.ðo/Ορισμοί
χαρακτηρισμός για πρόσωπο που εξαπατήθηκε ή εξαπατάται εύκολα
Παραδείγματα
“※ Πολλά κορόιδα την έπαθαν σαν κι εμένα. (Δημήτρης Ψαθάς, Η Θέμις έχει κέφια, 1937)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.