Σημασία του τζετ | Babel Free
ˈdzetΟρισμοί
- αεριωθούμενο
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- ακροφύσιο απ’ όπου εξέρχεται με δύναμη νερό ή άλλα υγρά
Παραδείγματα
“Το ιδιωτικό τζετ προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο νωρίς το πρωί.”
The private jet landed at the airport early in the morning.
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free