Meaning of καλαμπόκι | Babel Free
/kalamˈboci/Ορισμοί
- ετήσιο φυτό, που κανονικά φτάνει μέχρι 3 μέτρα· έχει μακρά στενά πράσινα φύλλα και καλλιεργείται για τους κίτρινους εδώδιμους κόκκους του που δημιουργούν σειρές σε κυλινδρικό σχήμα
- οι κίτρινοι κόκκοι που παράγονται από το παραπάνω φυτό
- το αλεύρι που παράγεται απ’ τους παραπάνω κόκκους
Ισοδύναμα
English
maize
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.