HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ανακάλυψη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C1 Standard
a.naˈka.li.psi

Ορισμοί

  1. το να βρίσκει κανείς κάτι που υπήρχε, αλλά δεν ήταν γνωστό ή δεν ήξερε πού βρίσκεται
  2. η επινόηση
    figuratively

Ισοδύναμα

Françaisdécouverte
DeutschEntdeckung
2 more languages
Kurdîfind
Polskiodkrycie

Παραδείγματα

“Η ανακάλυψη του νέου φαρμάκου έσωσε πολλές ζωές.”

The discovery of the new medicine saved many lives.

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ανακάλυψη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free