κούκλες
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κούκλα
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Η μικρή είχε πολλές κούκλες στο δωμάτιό της.”
The little girl had many dolls in her room.
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free