Meaning of λογικός | Babel Free
Ορισμοί
- που αναφέρεται στο λόγο, τη λογική, την ικανότητα του νου να σκέφτεται και να καταλήγει σε συμπεράσματα
- που διαθέτει λογική
- που συμφωνεί με τη λογική, τον ορθό λόγο
- που ενεργεί με σύνεση
- μέτριος, όχι υπερβολικός
- logical, logic: κάτι που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, αλλά παρουσιάζεται και διαμορφώνεται έτσι ώστε να εξυπηρετεί κάποιο σκοπό. Ανάλογα με το κείμενο θα μπορούσε να είναι: το εικονικό, το ιδεατό, το τεχνητό
Παραδείγματα
“η λογική ικανότητα του ανθρώπου”
“ο άνθρωπος είναι λογικό ον”
“μια λογική σκέψη, ένα λογικό συμπέρασμα”
“ο Γιάννης είναι λογικός άνθρωπος, δε θα έκανε τέτοια τρέλα”
“θέλω να νοικιάσω ένα διαμέρισμα σε λογική τιμή”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.