HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λογικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1 Standard

Ορισμοί

  1. που αναφέρεται στο λόγο, τη λογική, την ικανότητα του νου να σκέφτεται και να καταλήγει σε συμπεράσματα
  2. που διαθέτει λογική
  3. που συμφωνεί με τη λογική, τον ορθό λόγο
  4. που ενεργεί με σύνεση
  5. μέτριος, όχι υπερβολικός
  6. logical, logic: κάτι που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, αλλά παρουσιάζεται και διαμορφώνεται έτσι ώστε να εξυπηρετεί κάποιο σκοπό. Ανάλογα με το κείμενο θα μπορούσε να είναι: το εικονικό, το ιδεατό, το τεχνητό

Παραδείγματα

“η λογική ικανότητα του ανθρώπου”
“ο άνθρωπος είναι λογικό ον”
“μια λογική σκέψη, ένα λογικό συμπέρασμα”
“ο Γιάννης είναι λογικός άνθρωπος, δε θα έκανε τέτοια τρέλα”
“θέλω να νοικιάσω ένα διαμέρισμα σε λογική τιμή”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λογικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course