Meaning of υπαστυνόμος | Babel Free
/i.pa.stiˈno.mos/Ορισμοί
ιεραρχικός βαθμός (κατώτερου) αξιωματικού της Ελληνικής Αστυνομίας, κατώτερος του αστυνόμου, ανώτερος του ανθυπαστυνόμου
Ισοδύναμα
English
Inspector
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.