Meaning of απελπισμένος | Babel Free
/a.pel.piˈzme.nos/Ορισμοί
που δεν έχει ελπίδες
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“formal, learned: άπελπις (ápelpis)”
“※ Προχωρούσε στα τυφλά απελπισμένος. Τυφλός είναι αυτός που δεν μπορεί να δει, καθώς τα αισθητήρια όργανα της όρασης έχουν υποστεί βλάβη. Και στραβός έγραφε το βικιλεξικό. Όχι ρε παιδί μου, έβλεπε κανονικά. (Νίκης Μουντράκη, Ταφικά έθιμα / Εκ των άνω, χάρτης, 79, Ιούλιος 2025 https://www.hartismag.gr/hartis-79/poiisi-kai-pezografia/tafika-ethima-ek-ton-ano)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.