λίγος
Ορισμοί
- δηλώνει μικρή, περιορισμένη ποσότητα
- δηλώνει μικρό, περιορισμένο πλήθος (και αντωνυμική χρήση)
-
άνθρωπος περιορισμένων ικανοτήτων, ανεπαρκής figuratively
Ισοδύναμα
24 more languages
Παραδείγματα
“Θα ήθελα λίγη ζάχαρη, παρακαλώ.”
I would like a little sugar, please.
“λίγες ημέρες”
a few days
“λίγο ούζο”
a bit of ouzo
“Μέχρι πρόσφατα πολύ λίγοι Έλληνες είχαν σύνδεση με το διαδίκτυο.”
“Πολύ λίγοι τόλμησαν αν ανέβουν στην κορυφή του βράχου.”
“(αλλά και) λίγες ελπίδες του απέμειναν.”
“Ήταν πολύ λίγος για να αντιμετωπίσει τέτοια πρόκληση με επιτυχία.”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free