Meaning of φτωχός | Babel Free
/ftoˈxos/Ορισμοί
- που βρίσκεται σε πολύ κακή οικονομική κατάσταση, που δε διαθέτει χρήματα ούτε για τα απαραίτητα
- που είναι πολύ ταλαιπωρημένος και δυστυχής ή που υστερεί σημαντικά σε κάποιον τομέα, χωρίς αναγκαστικά να βρίσκεται και σε δεινή οικονομική κατάσταση
-
ευτελής (για αντικείμενα) ή του τσιγγούνικος (για εκδηλώσεις) feminine, noun
Παραδείγματα
“Υπάρχει μεγάλη διαφορά στο προσδόκιμο ζωής μεταξύ πλούσιων και φτωχών.”
There is a large difference in life expectancy between the rich and poor.
“Τι να σου κάμει κι αυτός, ο φτωχός, αφού από τότε που έχασε τη γυναίκα του τρέχει και δε φτάνει με τέσσερα παιδιά.”
“Μωρέ λεφτά έχει ένα σωρό -στο μυαλό είναι φτωχός!”
“Φτωχή διοργάνωση, βρε παιδί μου. Μέτριος ο μπουφές, δεν είχαν ούτε καν λίγη ζωντανή μουσική και έδιναν την εντύπωση ότι κανείς δε συντόνιζε το παραμικρό.”
“δε στέλνεις σε γάμο τόσο φτωχό δώρο”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.