Meaning of αναίσθητος | Babel Free
/aˈne.sθi.tos/Ορισμοί
- που χάνει τις αισθήσεις του από χτύπημα ή ασθένεια ή λήψη φαρμάκων που προκαλούν καταστολή ή νάρκωση
-
που δεν τρέφει αισθήματα, που δε συγκινείται, που δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες άλλων ατόμων ή και σε τυχόν συναισθηματική προσβολή του ίδιου figuratively
Ισοδύναμα
English
invisible
Παραδείγματα
“Πήρε κάτι χάπια και έμεινε αναίσθητος για 5 ώρες.”
“Έπεσε κάτω αναίσθητος μόλις το άκουσε, λιποθύμησε.”
“Έμεινε αναίσθητος από το χτύπημα.”
“※ Διαβάζοντας την είδηση, χρειάστηκε να ελέγξω 3 φορές για να σιγουρευτώ πως το ημερολόγιο δεν έγραφε ακόμη "1η Απριλίου" και ότι κάποιος αναίσθητος φαρσέρ, με άκρως διεστραμμένη και αρρωστημένη αίσθηση του χιούμορ, δεν προσπαθούσε να μας βάλει στο πνεύμα της δικής του ψυχανωμαλίας. (Ευτυχώς, δεν είναι εντελώς τυφλή! Αλλά…, Capital, 5/4/2023 https://www.capital.gr/o-petros-lazos-grafei/3708318/eutuxos-den-einai-entelos-tufli-alla/)”
“Δεν ιδρώνει τ' αυτί του, είναι αναίσθητος.”
“Μην προσπαθείς να τον φέρεις στο φιλότιμο, είναι αναίσθητος.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.