HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ειρωνεία | Babel Free

Noun feminine CEFR C1 Standard
/i.ɾoˈni.a/

Ορισμοί

  1. λόγος που χαρακτηρίζεται από δηκτική διάθεση και συνήθως λέει το αντίθετο από αυτό που εννοεί
  2. γυναικείο όνομα
  3. η κατάσταση κατά την οποία ο ήρωας αγνοεί ουσιώδη ζητήματα που τον ενδιαφέρουν ή έχει εσφαλμένη αντίληψη γι' αυτά, ενώ ο αναγνώστης ή ο θεατής γνωρίζει την αλήθεια

Ισοδύναμα

English irony

Παραδείγματα

“※ Ο Αμπατζόγλου αφηγείται τις συνειδητά μπανάλ ιστορίες του με αδιόρατη ειρωνεία, ή καλύτερα αυτοειρωνεία, αφού οι ήρωές του δείχνουν, ακόμη και με τα ονόματά τους, να παραπέμπουν στον ίδιο. (Δημοσθένης Κούρτοβικ, Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς. Ένας κριτικός οδηγός, εκδ. Πατάκη, 1995, σελ. 25)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ειρωνεία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course