Meaning of κατηγορούμενος | Babel Free
/ka.ti.ɣoˈɾu.me.nos/Ορισμοί
- που του έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, που του έχει απαγγελθεί κατηγορία σε δικαστήριο
-
που κατηγορείται για κάποια πράξη general
Ισοδύναμα
English
accused
Παραδείγματα
“※ Τα στοιχεία που του αναφέρανε δεν τον έπεισαν πως ο κατηγορούμενος ήταν πραγματικά ένοχος. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.