εφαρμογή
Ορισμοί
- η ενέργεια κατά την οποία τοποθετούμε ή απλώνουμε κάτι σε μία επιφάνεια, το άπλωμα, ο απλωμός
- η κατάσταση κατά την οποία δύο διαφορετικά σώματα ή τμήματα ενός σώματος εφαρμόζουν το ένα με το άλλο, συνταιριάζουν ή ακουμπούν το ένα με το άλλο κατά τρόπο λειτουργικό
- η υλοποίηση
- η αξιοποίηση μιας γενικής αρχής, μιας επιστημονικής θεωρίας - ανακάλυψης ή μιας δυνατότητας
- πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή για συγκεκριμένη εργασία
Ισοδύναμα
24 more languages
العربيةتنفيذ
Catalàimplementació
Češtinaimplementace
Danskimplementering
Ελληνικάυλοποίηση
Esperantoapliko
Lietuviųįgyvéndinimas
मराठीअंमलबजावणी
Bahasa Melayupelaksanaan
Tagalogpagpapatupad
Türkçeuygulama
Παραδείγματα
“η εφαρμογή μιας αλοιφής ή μιας βεντούζας”
“υπάρχει ένα πρόβλημα στην εφαρμογή της πόρτας με την κάσα.”
“αυτό το ρούχο τής πάει γάντι. Τέλεια εφαρμογή με το σώμα της!”
“η εφαρμογή μιας θεωρίας στην πράξη αναδεικνύει και τις όποιες αδυναμίες της.”
“μια εφαρμογή του ηλεκτρομαγνητισμού συναντάμε στα σύγχρονα τρένα”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free