Meaning of ντο | Babel Free
/do/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- μουσική νότα, C (στην ηλεκτρονική μουσική και σε ελληνικό κείμενο), το όνομα της νότας ντο προήλθε από λατινικό χριστιανικό ύμνο
Ισοδύναμα
English
do
Παραδείγματα
“ντο ματζόρε”
C major
“ντο μινόρε”
C minor
“ντο δίεση μινόρε”
C-sharp minor
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.