δοκιμές
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δοκιμή
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Έκανε αρκετές δοκιμές πριν το τελικό αποτέλεσμα.”
He made several trials before the final result.
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free