καταρρέει
Ορισμοί
γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του καταρρέω
Παραδείγματα
“Όλο το σύστημα καταρρέει όταν πέφτει το ρεύμα.”
The whole system collapses when the power goes out.
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free