Meaning of όπερα | Babel Free
/ˈopeɾa/Ορισμοί
- μουσικοθεατρικό είδος, που συνδυάζει το δράμα, τη θεατρική δράση, με τη μουσική, με το τραγούδι
- κάθε συγκεκριμένο έργο του είδους αυτού
- κτίριο που φτιάχτηκε κατάλληλα για να στεγάζει τέτοιου είδους παραστάσεις
- ο φορέας, η διοίκηση, ο θεμός μιας συγκεκριμένης όπερας
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Ο «Μαγικός Αυλός» είναι μια από τις πιο γνωστές όπερες του Μότσαρτ.”
The Magic Flute is one of Mozart's best known operas.
“Ο πατέρας μου πάει μια φορά κάθε μήνα στην όπερα.”
My father goes to the opera once every month.
“Η όπερα γεννήθηκε στη Φλωρεντία του 16ου αιώνα, από την προσπάθεια μιας παρέας φίλων ουμανιστών να αναβιώσουν το αρχαίο ελληνικό δράμα.”
“οι καλλιτέχνες θα ερμηνεύσουν άριες από διάσημες όπερες”
“Η όπερα του Σίδνεϊ είναι έργο του δανού αρχιτέκτονα Jørn Utzon.”
“Έχει εμφανιστεί στις σπουδαιότερες όπερες του κόσμου, στην όπερα του Μιλάνου, στην όπερα Metropolitan της Νέας Υόρκης.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.