Meaning of οπερέτα | Babel Free
/opeˈɾeta/Ορισμοί
- ελαφρό μουσικοθεατρικό είδος με (σατιρικούς) διαλόγους
-
μειωτικός χαρακτηρισμός για ενέργειες ή ανθρώπους που δείχνουν ασόβαροι ή προσπαθούν να επιδειχθούν ironic
Ισοδύναμα
English
Operetta
Παραδείγματα
“Οι Γκίλμπερτ και Σάλιβαν ήταν διάσημοι για τις οπερέτες τους.”
Gilbert and Sullivan were famous for their operettas.
“Η Ελλάδα έχει καταντήσει πλέον κράτος οπερέτα.”
Greece has ended up as a joke state.
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.