Meaning of γενική | Babel Free
/ʝe.niˈci/Ορισμοί
μια από τις πλάγιες πτώσεις των ονομάτων· χρησιμοποιείται ως αντικείμενο διαφόρων ρημάτων ή ως ετερόπτωτος ονοματικός προσδιορισμός με χαρακτηριστική περίπτωση τη δήλωση του κτήτορα· χρησιμοποιείται επίσης για τη δήλωση επιρρηματικών προσδιορισμών και μετά από συγκεκριμένες προθέσεις
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“γενική πτώση”
genitive case
“※ Οι ετερόπτωτοι προσδιορισμοί απαντούν συνήθως σε γενική πτώση και δηλώνουν: α)την κτήση (→ γενική κτητική)… (*)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.