HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του γενική | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C1 Standard
ʝe.niˈci

Ορισμοί

μια από τις πλάγιες πτώσεις των ονομάτων· χρησιμοποιείται ως αντικείμενο διαφόρων ρημάτων ή ως ετερόπτωτος ονοματικός προσδιορισμός με χαρακτηριστική περίπτωση τη δήλωση του κτήτορα· χρησιμοποιείται επίσης για τη δήλωση επιρρηματικών προσδιορισμών και μετά από συγκεκριμένες προθέσεις

Ισοδύναμα

العربية إضافي جري خفضي مجرور
Azərbaycanca yiyəlik
Беларуская родны
Български родителен
Català genitiu
Cymraeg genidol
Dansk genitiv
Español genitivo genitivo
Eesti omastav
فارسی اضافه
Gaeilge ginideach
Magyar birtokos
Հայերեն սեռական
Italiano genitivo
日本語 属格 生格
ქართული ნათესაობითი
Қазақша ілік
Кыргызча илик
Latviešu ģenitīvs
Português genitivo
Română genitiv
Slovenčina genitívny
Shqip gjinore
Српски genitiv genitivni илик
Svenska genitiv
中文 屬格
ZH-TW 屬格

Παραδείγματα

“γενική πτώση”

genitive case

“※ Οι ετερόπτωτοι προσδιορισμοί απαντούν συνήθως σε γενική πτώση και δηλώνουν: α)την κτήση (→ γενική κτητική)… (*)”

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη γενική σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free