γενική
Ορισμοί
μια από τις πλάγιες πτώσεις των ονομάτων· χρησιμοποιείται ως αντικείμενο διαφόρων ρημάτων ή ως ετερόπτωτος ονοματικός προσδιορισμός με χαρακτηριστική περίπτωση τη δήλωση του κτήτορα· χρησιμοποιείται επίσης για τη δήλωση επιρρηματικών προσδιορισμών και μετά από συγκεκριμένες προθέσεις
Ισοδύναμα
38 more languages
Azərbaycan diliyiyəlik
Беларускаяродны
Българскиродителен
Catalàgenitiu
Cymraeggenidol
Danskgenitiv
Eestiomastav
فارسیاضافه
Gaeilgeginideach
Magyarbirtokos
Հայերենսեռական
Italianogenitivo
ქართულინათესაობითი
Қазақ тіліілік
Кыргызчаилик
Latviešuģenitīvs
Portuguêsgenitivo
Românăgenitiv
Slovenčinagenitívny
Shqipgjinore
Svenskagenitiv
中文屬格
繁體中文屬格
Παραδείγματα
“γενική πτώση”
genitive case
“※ Οι ετερόπτωτοι προσδιορισμοί απαντούν συνήθως σε γενική πτώση και δηλώνουν: α)την κτήση (→ γενική κτητική)… (*)”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free