Meaning of γενική γραμματεία | Babel Free
/ʝe.niˈci ɣɾa.maˈti.a/Ορισμοί
διοικητικό όργανο κάποιου φορέα, υπηρεσίας ή κόμματος
Παραδείγματα
“Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας”
“※ Σύμφωνα με σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος, συστήνονται τρεις νέες γενικές γραμματείες και αντίστοιχες θέσεις γενικών γραμματέων, στα υπουργεία Οικονομικών, Εργασίας και Περιβάλλοντος.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.