Meaning of γενική αεροπορία | Babel Free
/ʝe.niˈci a.e.ɾo.poˈɾi.a/Ορισμοί
ο κλάδος της αεροπορίας ο οποίος εξαιρεί τόσο τη στρατιωτική όσο και την εμπορική μεταφορά επιβατών, όπως για παράδειγμα πτήσεις ξενάγησης, αναψυχής κ.λπ.
Παραδείγματα
“※ Μόνο η ευρωπαϊκή αγορά Γενικής Αεροπορίας συμβάλλει με περίπου 80 δισεκατομμύρια ευρώ στο ΑΕΠ της Ευρώπης και αποτελεί το βασικό πεδίο εκπαίδευσης για χειριστές αεροσκαφών των αεροπορικών εταιρειών με ετήσιο κύκλο εργασιών που υπερβαίνει το 1 δισεκατομμύριο ευρώ.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.