Meaning of ρέστα | Babel Free
/ˈɾe.sta/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- τα χρήματα που πρέπει να επιστρέψει ο πωλητής στον αγοραστή, όταν ο τελευταίος του δίνει κέρματα ή χαρτονομίσματα μεγαλύτερης αξίας από αυτήν του προϊόντος που αγοράζει
- τα υπόλοιπα, τα λοιπά
- όλα τα χρήματα που μου έχουν απομείνει
Ισοδύναμα
English
change
Παραδείγματα
“πάντα ζητούσα τα ρέστα”
always ask for the change
“δε μ' αρέσουν οι πόζες, οι τσιριμόνιες και τα ρέστα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.