χαμός
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- χάσιμο, απώλεια
-
ο θάνατος especially
-
φασαρία ή μεγάλη αναστάτωση ή μεγάλη ανακατωσούρα familiar
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται, Σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού.”
Apart from your mother, no one remembers you, On this frightening journey of loss.
“Γινότανε χαμός στον δρόμο απόψε.”
There was mayhem on the road tonight.
“ο πρόσφατος χαμός του γιου τους προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση”
“στο σπίτι του επικρατούσε πάντα ένας χαμός”
“πήγα τους βαθμούς στο σπίτι και έγινε χαμός”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free