φίλτρο
Ορισμοί
- μέσο διήθησης και επεξεργασίας, συγκράτησης και διαχωρισμού ουσιών, ακτινοβολιών ή και σκέψεων
- ισχυρό συναίσθημα προστασίας και μεγάλη τρυφερότητα, κυρίως της μητέρας προς το παιδί
- οποιοδήποτε παρασκεύασμα με συνήθως παράδοξα συστατικά με μαγικές ιδιότητες
- όρος που περιγράφει αυλακώσεις όπως αυτή του άνω χείλους
- όρος που περιγράφει δύο αυλακώσεις:
Ισοδύναμα
27 more languages
العربيةنَثْرَة
Catalàfiltre
Danskelskovsdrik
Ελληνικάγιατροσόφι
Esperantoeliksiro
Italianofiltro
한국어인중
Latinaphiltrum
Монголхүн
Svenskakärleksdryck
Türkçeiksir
Tiếng Việtnhân trung
Παραδείγματα
“καφές φίλτρου”
filter coffee
“το φίλτρο του τσιγάρου, το φίλτρο της βενζίνης”
“το φίλτρο της φωτογραφικής μηχανής”
“το φίλτρο του ραδιοφωνικού δέκτη (για να απομακρύνει τα παράσιτα)”
“Βάλε και το φίλτρο της λογικής σε όσα άκουσες για να τα εκτιμήσεις ψύχραιμα.”
“έχω φίλτρο για τα ανεπιθύμητα e-mail”
“το μητρικό φίλτρο”
“ερωτικό φίλτρο, μαγικό φίλτρο”
“α. Φίλτρο του άνω χείλους ονομάζεται η αύλακα που βρίσκεται ακριβώς πάνω από το μέσο του άνω χείλους και εκεί που τελειώνει το ρινικό διάφραγμα”
“β. Φίλτρο του Μέρκελ ονομάζεται μια αύλακα στην άνω μοίρα της λαρυγγικής κοιλότητας”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free