Meaning of μπάρμαν | Babel Free
/ˈbaɾ.man/Ορισμοί
- αυτός που δουλεύει σε μπαρ/που φτιάχνει ποτά σε ένα μπαρ
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Ισοδύναμα
English
Bartender
Παραδείγματα
“※ Με κοίταξε με μάτια που σπίθιζαν κάπως κοροϊδευτικά, καθώς ο μπάρμαν ξαναγέμιζε το ποτήρι του. (Δημοσθένης Κούρτοβικ, Φυσαλία η καλλιαύχην [διήγημα], 2002)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.