HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μπάρμαν | Babel Free

Noun CEFR C1 Standard
/ˈbaɾ.man/

Ορισμοί

  1. αυτός που δουλεύει σε μπαρ/που φτιάχνει ποτά σε ένα μπαρ
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

Ισοδύναμα

English Bartender

Παραδείγματα

“※ Με κοίταξε με μάτια που σπίθιζαν κάπως κοροϊδευτικά, καθώς ο μπάρμαν ξαναγέμιζε το ποτήρι του. (Δημοσθένης Κούρτοβικ, Φυσαλία η καλλιαύχην [διήγημα], 2002)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μπάρμαν used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course