Meaning of οξύ | Babel Free
/oˈksi/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- κάθε χημική ένωση που κατά τις αντιδράσεις της παρουσιάζει την τάση να προσλαμβάνει ένα τουλάχιστον ζεύγος ηλεκτρονίων για το σχηματισμό χημικού δεσμού και, συνήθως, περιέχει κατιόντα υδρογόνου
Ισοδύναμα
English
acid
Παραδείγματα
“υδροχλωρικό οξύ”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.