Meaning of πλαίσιο | Babel Free
/ˈple.si.o/Ορισμοί
- αυτό που βρίσκεται γύρω γύρω από κάτι, περιθώριο
- ξύλινος, μεταλλικός κ.λπ. σκελετός, που βρίσκεται γύρω από κάτι για συγκράτηση, στερέωση, προφύλαξη κ.λπ.
-
πλαίσιο / πλαίσια: τα όρια ή τα νομικά και άλλα πλέγματα και συνθήκες που καθορίζουν και ρυθμίζουν κάτι figuratively
Παραδείγματα
“※ Λύση στα πλαίσια της υπάρχουσας σύμβασης κατασκευής του μετρό της Αθήνας είναι αποφασισμένο να δώσει το ΥΠΕΧΩΔΕ προκειμένου να προχωρήσει το έργο, οι εργασίες του οποίου καθυστερούν λόγω πρόσθετων οικονομικών απαιτήσεων της αναδόχου κοινοπραξίας. (@tovima.gr)”
“※ Ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ζητεί από τον διευθυντή Ασφάλειας Θεσσαλονίκης να γίνουν επιτόπιοι έλεγχοι στους χώρους του ΑΠΘ, στο πλαίσιο αυτεπάγγελτης προανάκρισης, ώστε να διαπιστωθεί η τέλεση πράξεων κακουργηματικού χαρακτήρα, όπως διακίνηση ναρκωτικών, διακεκριμένες κλοπές ή βιασμοί, αδικήματα που καταγγέλλονται στην επιστολή των φοιτητών του Ιδρύματος. (@efsyn.gr)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.