γιλέκο
Ορισμοί
ρούχο χωρίς μανίκια και γιακά που κουμπώνει μπροστά (κυρίως αυτό που φοριέται πάνω από το πουκάμισο και κάτω από το σακάκι του κουστουμιού)
Ισοδύναμα
32 more languages
Беларускаякамізэлька
Ελληνικάγελέκο
Esperantovesto
Gaeilgeveist
Magyarmellény
Հայերենժիլետ
Bahasa Indonesiarompi
Íslenskavesti
Italianocanottacanottieracasaccacorpettogiacchettagilègiubbettogiubbinogiubbottomagliamagliettapanciotto
ქართულიჟილეტი
Македонскиелек
Maltisidrija
Nederlandsvest
Portuguêscolete
Shqipjelek
Svenskaväst
Tiếng Việtgi-lê
Παραδείγματα
“※ Φορώντας γιλέκο, γραβάτα και καπέλο φεντόρα, ένας μπαρίστας με τρόπους επιτηδευμένους τους σέρβιρε γρήγορα την παραγγελία τους. Όρμησαν ο καθένας στο πιάτο του και ήπιαν τον καφέ.”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free