Σημασία του γιλέκο | Babel Free
ʝiˈle.koΟρισμοί
ρούχο χωρίς μανίκια και γιακά που κουμπώνει μπροστά (κυρίως αυτό που φοριέται πάνω από το πουκάμισο και κάτω από το σακάκι του κουστουμιού)
Ισοδύναμα
Беларуская
камізэлька
Ελληνικά
γελέκο
Esperanto
vesto
Español
chaleco
Gaeilge
veist
Magyar
mellény
Հայերեն
ժիլետ
Bahasa Indonesia
rompi
Íslenska
vesti
Italiano
canotta
canottiera
casacca
corpetto
giacchetta
gilè
giubbetto
giubbino
giubbotto
maglia
maglietta
panciotto
ქართული
ჟილეტი
Македонски
елек
Malti
sidrija
Nederlands
vest
Português
colete
Shqip
jelek
Svenska
väst
Tiếng Việt
gi-lê
Παραδείγματα
“※ Φορώντας γιλέκο, γραβάτα και καπέλο φεντόρα, ένας μπαρίστας με τρόπους επιτηδευμένους τους σέρβιρε γρήγορα την παραγγελία τους. Όρμησαν ο καθένας στο πιάτο του και ήπιαν τον καφέ.”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free