Meaning of παπά | Babel Free
/ˈpa.pa/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Παπάς
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Παπάς
- γυναικείο επώνυμο
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού του πάπας
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.