Meaning of μαρίνα | Babel Free
/maˈɾi.na/Ορισμοί
- μικρό (μη φυσικό) λιμάνι κυρίως για σκάφη αναψυχής, κότερα κ.ά.
- γυναικείο όνομα (αρσενικό Μαρίνος)
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Μαρίνας)
Ισοδύναμα
English
Marina
Παραδείγματα
“Η μαρίνα Ζέας”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.