Σημασία του πέφτω | Babel Free
ˈpe.ftoΟρισμοί
- μεταβάλλεται το υψόμετρο στο οποίο βρίσκομαι λόγω της βαρύτητας
-
μειώνεται η τιμή μου figuratively
- ξαπλώνω
- σκοτώνομαι (σε πόλεμο)
- ορμώ σε κάποιον, χιμάω σε κάποιον, επιτίθεμαι σε κάποιον
- ξεκολλάω, βγαίνω από τη θέση μου
-
είμαι, βρίσκομαι (χρονικά ή τοπικά αντίστοιχα) figuratively
-
υποχωρώ, υποκύπτω figuratively
- σταματάω να λειτουργώ (λόγω βλάβης ή άλλου προβλήματος), διακόπτομαι
- έχω κάποια ιδιότητα (μέγεθος, ηλικία, κοινωνική θέση κλπ) η οποία συγκρινόμενη με την αντίστοιχη ιδιότητα άλλου αποδεικνύεται ανεπαρκής ή υπερβολική
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of πέφτω.
Ισοδύναμα
Bosanski
bankrotirati
otpadati
otpasti
saći
sići
silaziti
spustiti
банкротирати
отпадати
отпасти
саћи
силазити
сићи
Čeština
krachovat
narazit
odpadnout
přeběhnout
přebíhat
přepočítat
přijít na buben
spadat
zkrachovat
zkrachovat
Dansk
gå fallit
Deutsch
abfallen
bankrott gehen
bankrottgehen
fallen
fallen
fallieren
herunterbrechen
herunterkommen
missrechnen
über ... rennen
verhauen
verkalkulieren
verplanen
verrechnen
English
come down
drop
fall
fall
fall
fall off
go bankrupt
go bankrupt
hang
miscalculate
Miscalculate
run across
run across
to fall
Esperanto
bankroti
Gàidhlig
mì-chunnt
Galego
caer
עברית
פשט את הרגל
हिन्दी
झड़ना
Hrvatski
bankrotirati
otpadati
otpasti
saći
sići
silaziti
spustiti
банкротирати
отпадати
отпасти
саћи
силазити
сићи
Հայերեն
սնանկանալ
Kurdî
drop
Te Reo Māori
taka
Македонски
претрчува
Монгол
дампуурах
Polski
bankrutować
czosować
kidać
oderwać
odpadać
odpaść
odrywać
padać
plajtować
plajtować
pobankrutować
popadać
poupadać
przebiec
przebiegać
przeliczać
przeliczyć
schrzaniać
schrzanić
splajtować
sprowadzać
sprowadzić
wpadać
zbankrutować
zbankrutować
zczosować
Русский
банкро́титься
встретиться
обанкро́титься
обанкро́чиваться
обсчитаться
отваливаться
ошибаться
ошибиться
прогореть
просчитаться
просчитываться
разориться
разоряться
Српски
bankrotirati
otpadati
otpasti
saći
sići
silaziti
spustiti
банкротирати
отпадати
отпасти
саћи
силазити
сићи
Παραδείγματα
“αν το αφήσεις θα πέσει στο πάτωμα”
“φόρα καμιά ζώνη γιατί έχεις αδυνατίσει και σου πέφτει το παντελόνι”
“έπεσε η τιμή της βενζίνης για μια μέρα και μετά ανέβηκε πάλι”
“όλο το βράδυ φύσαγε και η θερμοκρασία (ή το θερμόμετρο) έπεσε κάτω από το μηδέν”
“※ Δεν πρόφτασα να πέσω, κι ο ύπνος με κυρίεψε. (Μ. Καραγάτσης, Ο κίτρινος φάκελος)”
“Μα ήταν αποφασισμένοι να μην παραδοθούν, και να πέσουν πολεμώντας σαν παλικάρια. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)”
“μια κουβέντα είπα και πέσανε πάνω μου να με φάνε (μου επιτέθηκαν λεκτικά με σφοδρότητα)”
“είχανε αρχίσει να της πέφτουν τα μαλλιά εξαιτίας της χημειοθεραπείας”
“προς τα που πέφτει η Αλόννησος;”
“φέτος το Πάσχα έπεσε νωρίς”
“έπεσε το ρεύμα σε όλο το χωριό”
“έπεσε η σύνδεσή μου (στο Διαδίκτυο) για τρίτη φορά απόψε”
“Αυτό το παντελόνι μού πέφτει λίγο μεγάλο.”
“Δεν της πέφτει μεγαλούτσικος ο αρραβωνιαστικός της;”
“Τι θα ήθελες να έχεις; Μερσεντές; Βολέψου με το Φιατάκι και πολύ σου πέφτει.”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free