Conjugation of πέφτω
ˈpe.ftoέχω κάποια ιδιότητα (μέγεθος, ηλικία, κοινωνική θέση κλπ) η οποία συγκρινόμενη με την αντίστοιχη ιδιότητα άλλου αποδεικνύεται ανεπαρκής ή υπερβολική Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πέφτω |
| εσύ | πέφτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πέφτει |
| εμείς | πέφτουμε |
| εσείς | πέφτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πέφτουν |
Παρατατικός
| εγώ | έπεφτα |
| εσύ | έπεφτες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έπεφτε |
| εμείς | πέφταμε |
| εσείς | πέφτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έπεφταν |
Αόριστος
| εγώ | έπεσα |
| εσύ | έπεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έπεσε |
| εμείς | πέσαμε |
| εσείς | πέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έπεσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πέσω |
| εσύ | πέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πέσει |
| εμείς | πέσουμε |
| εσείς | πέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πέφτε |
| εσείς | πέφτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πέσε |
| εσείς | πέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πέσει |