HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πέφτω — definition

Conjugation of πέφτω

Regular CEFR C1
ˈpe.fto

έχω κάποια ιδιότητα (μέγεθος, ηλικία, κοινωνική θέση κλπ) η οποία συγκρινόμενη με την αντίστοιχη ιδιότητα άλλου αποδεικνύεται ανεπαρκής ή υπερβολική Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πέφτω
εσύ πέφτεις
αυτός / αυτή / αυτό πέφτει
εμείς πέφτουμε
εσείς πέφτετε
αυτοί / αυτές / αυτά πέφτουν
Παρατατικός
εγώ έπεφτα
εσύ έπεφτες
αυτός / αυτή / αυτό έπεφτε
εμείς πέφταμε
εσείς πέφτατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπεφταν
Αόριστος
εγώ έπεσα
εσύ έπεσες
αυτός / αυτή / αυτό έπεσε
εμείς πέσαμε
εσείς πέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πέσω
εσύ πέσεις
αυτός / αυτή / αυτό πέσει
εμείς πέσουμε
εσείς πέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά πέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πέφτε
εσείς πέφτετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πέσε
εσείς πέστε
Απαρέμφατο αορίστου
πέσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary