Meaning of μέταλλο | Babel Free
/ˈme.ta.lo/Ορισμοί
- χημικό στοιχείο που υπερτερεί από τα άλλα (αμέταλλα) στη στερεότητα, το ειδικό βάρος, τη λάμψη, την αντοχή και είναι αρκετά καλός αγωγός της θερμότητας αλλά και του ηλεκτρισμού
-
ευκρινής, καθαρός τόνος φωνής figuratively
Ισοδύναμα
English
mineral
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.