Meaning of μπογιά | Babel Free
/boˈʝa/Ορισμοί
- το υγρό ή άλλη ουσία για τη βαφή επιφανειών (τοίχων, μεταλλικών ή ξύλινων αντικειμένων κ.λπ)· χρώμα
- γυναικείο επώνυμο
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπόι accusative, nominative, plural, vocative
- το μολύβι που γράφει έγχρωμα· ξυλομπογιά
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.