Ορισμοί
-
το υγρό ή άλλη ουσία για τη βαφή επιφανειών (τοίχων, μεταλλικών ή ξύλινων αντικειμένων κ.λπ)· χρώμα
-
γυναικείο επώνυμο
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπόι
accusative, nominative, plural, vocative
-
το μολύβι που γράφει έγχρωμα· ξυλομπογιά
Ισοδύναμα
5 more languages
Παραδείγματα
“Αγόρασα μπλε μπογιά για να βάψω τον τοίχο.”
I bought blue paint to paint the wall.
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο
Δείτε τη λέξη μπογιά σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.
Ξεκινήστε δωρεάν
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing.
Collaborate with Babel Free