Meaning of φύλλο | Babel Free
/ˈfilo/Ορισμοί
- διακριτό μέρος φυτού στο οποίο συμβαίνει η φωτοσύνθεση
- τυποποιημένο επίπεδο κομμάτι χαρτιού
- τυποποιημένο επίπεδο κομμάτι μετάλλου
- επίπεδο γεωμετρικό σχήμα που οριοθετείται από δύο τόξα κύκλων
- σχετικά επίπεδο και λεπτό κομμάτι ζύμης
- οι εφημερίδες, αλλά και έντυπα που δεν κυκλοφορούν απαραιτήτως καθημερινά
- χαρτί της τράπουλας
- επίσημο έγγραφο
- τμήματα επίπλου ή σημείων εισόδου τα οποία ανοιγοκλείνουν
Παραδείγματα
“φύλλο δάφνης”
bay leaf
“φύλλο κρούστας”
filo pastry
“τα φύλλα των δέντρων”
“Δώστε μου ένα φύλλο να σημειώσω / Φέρτε φύλλα για το φωτοτυπικό.”
“Το τετράδιο με 50 φύλλα έχει 100 σελίδες.”
“Φύλλα αλουμινίου”
“※ Η παχουλή Ασπασία –το ήξερα– δε θα κουνούσε από την κουζίνα μέχρι ν' ανοίξει φύλλο για να κάνει κοτόπιτα. Είχα χρόνο ώσπου να έρθει η ώρα να τη βάλει στον φούρνο.”
“Θα δημοσιευτεί η αγγελία σας στο φύλλο του Σαββάτου.”
“Θα βάλω την αγγελία μου σε ένα εβδομαδιαίο φύλλο της Πάτρας.”
“έχω καλό φύλλο/ Θα κάνεις καμιά φορά φύλλα; Κοιμηθήκαμε! (θα μοιράσεις;)”
“φύλλο πορείας”
“τα φύλλα της ντουλάπας, του παράθυρου/Δίφυλλη ντουλάπα”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.