Meaning of χολ | Babel Free
Ορισμοί
- χώρος ή διάδρομος που βρίσκεται μεταξύ κυρίων δωματίων, ή αμέσως μετά την είσοδο κατοικίας, οικοδομής κ.λπ.
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Ισοδύναμα
English
Hall
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.